υπερτενής

υπερτενής
-ές, Α [ὑπερτείνω]
1. αυτός που προεξέχει («χαλκὸν ἀθέριτον ἀσπίδος ὑπερτενῆ», Αισχύλ.)
2. αυτός που φτάνει σε μεγάλο ύψος, ψηλός
3. μτφ. μεγαλοπρεπής.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ὑπερτενής — stretching over masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερτενῆ — ὑπερτενής stretching over neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ὑπερτενής stretching over masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ὑπερτενής stretching over masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερτενές — ὑπερτενής stretching over masc/fem voc sg ὑπερτενής stretching over neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερτενοῦς — ὑπερτενής stretching over masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”